Episode 13: And the life goes on Cliché και μελό!

Episode 13

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα απόγευμα -δεν πάει πολύς καιρός-, είχα μόλις γυρίσει από τη δουλειά, έξω έβρεχε (Μάη μήνα, καταραμένε τόπε!), έπρεπε να παραδώσω άρθρο, έπρεπε να διαβάσω, έπρεπε να κάνω κάποιες δουλειές. Όλα τους επήγαν και με απαιτούσαν. Απαιτούσαν να ρουφήξουν την ενέργειά μου –ενέργεια που δεν είχα.

Η μέρα είχε ξεκινήσει σάπια από νωρίς. Από ‘κείνες τις μέρες που ξυπνάς με όλο το βάρος του εφιάλτη που διέκοψε το ξυπνητήρι, που νιώθεις να απορείς που ξημέρωσε ξανά, που μάτια και σώμα αρνούνται να μπουν σε λειτουργία. Ήταν από εκείνες τις μέρες που περπατάς και όταν φθάσεις στο προορισμό σου, λες, θα ‘θελες λίγο χρόνο ακόμα· λίγο χρόνο ακόμα να περπατάς μηχανικά χωρίς να σε νοιάζει αν γύρω βρέχει, αν το σώμα σου κρυώνει, αν δίπλα σου περνούν άνθρωποι και αμάξια –έτσι κι αλλιώς δεν τα βλέπεις.

Έφθασα σπίτι με όλο το βάρος των υποχρεώσεών μου· και με ένα ακόμη, ένα μεγαλύτερο. Ήταν τέτοιο που με έκανε να μοιάζω τεράστια, λες και δε χωρούσα πια στην καρέκλα του γραφείου μου –στην καρέκλα του γραφείου που έπρεπε να δουλέψω. Λες και θα ‘πρεπε να είχα αφήσει το βάρος μου στην πόρτα, πλάι στη βρεγμένη τσάντα και την ομπρέλα. Λες και θα ‘πρεπε να είχα αφήσει το κορμί μου απερίσπαστο και να μείνω κι εγώ πλάι στην πόρτα. Μη μπω και βρέξω τίποτα, να μη λερώσω, μη τυχόν και ενοχλήσω.

Το μόνο που ήθελα ήταν να ξαπλώσω στο πάτωμα, εκεί, στο βρεγμένο και λερωμένο· έτσι, ν’ αφήσω το λεκιασμένο μέσα μου να χυθεί. Να ξαπλώσω στο πάτωμα και ν’ αφήσω το Νταλάρα να μου τραγουδάει για μάτια βεγγαλικά και τους Placebo να μου ψιθυρίζουν ένα «τραγούδι για αντίο». Γιατί κάθε κύτταρο του κορμιού μου –που δυστυχώς τελικά δε γινόταν ν’ αποτινάξω από πάνω μου- φώναζε, απ’ άκρη σ’ άκρη ούρλιαζε την ανάγκη να πατήσει κάποιος το pause· να σταματήσει ο κόσμος για λίγο να γυρίζει, να σταματήσει ο χώρος να υπάρχει και ο χρόνος να πάψει να κυλά. Ένα κενό στη ροή της ζωής. Για λίγο· δεν ξέρω για πόσο, αλλά για λίγο. Ίσα να προλάβω, ίσα να μπορέσω…

Ήταν εκείνη η στιγμή που ένιωσα ‘κείνο που σίγουρα ήξερα, ‘κείνο που σίγουρα είχα νιώσει ξανά και που σίγουρα το ‘χα νιώσει πιο έντονα. Δεν ήταν, έτσι κι αλλιώς, καμία πολύ δύσκολη στιγμή, καμία φρικαλέα δυσβάσταχτη –κανένας πόνος ανυπόφορος και κανένα τραύμα που θα έμενε αγιάτρευτο. Ένιωσα, λοιπόν, να μου καίει το δέρμα η ιδέα της ζωής που συνεχίζεται. Της ζωής που περιμένει, χωρίς καμία καρτερία. Της ζωής που, χειρότερα, απαιτεί την παρουσία. Της ζωής που δε νοιάζεται για τα πώς και τα γιατί και δε ρωτάει. Εκείνης που κυλάει σα να ‘χει μπει σε αυτόματο· κυλάει με ή χωρίς τη δική μου παρουσία. Με ή χωρίς την παρουσία κανενός μας.

Και μάλλον έτσι πρέπει, εδώ που τα λέμε. Όσο κι αν πληγώνει τους εγωισμούς μας κι όσο κι αν μας δυσκολεύει σε στιγμές. Έτσι πρέπει, να κυλάει. Αλλά και να μην έπρεπε, πάλι έτσι θα γινόταν· θα κυλούσε. Έτσι γινόταν πάντα κι έτσι θα γίνεται. Τα είπαμε, άλλωστε· δε ρωτάει, δε ζητάει τη συμμετοχή κι ούτε την περιμένει. Δε ρωτάει ούτε για το τι θα φέρει ή τι θα παρασύρει στο διάβα της. τι θα πάρει μαζί της. Δεν έρχεται και δε φεύγει, μονάχα προχωράει -αέναα· ως κάπου κι ως κάποτε που κανείς δεν μπορεί να ονομάσει.

Κυλάει. Και παρασέρνει.

Αν νομίζεις πως μπορείς, προσπάθησε να μείνεις πίσω, αλλά στο λέω… στο λέω πως δε θα τα καταφέρεις. Δεν είσαι ικανός, ούτε αρκετά δυνατός. Κι εδώ η «δύναμη» παίρνει ένα πρόσημο αρνητικό, ένα βάρος αφύσικα απροσδιόριστο.

Κυλάει. Άλλοτε γαλήνια κι άλλοτε σα χείμαρρος.

Κυλάει.

Όπως κύλησε, φυσικά σχεδόν, και η ιστορία της αρχής. Η πιο προσωπική ιστορία που έχει γραφτεί στα Episod-ια· η πιο προσωπική ιστορία που έχω αφεθεί να μοιραστώ μαζί σας –που έχω αφεθεί να μοιραστώ με γνωστούς και με άλλους, με αγνώστους. Κι ας είναι προσωπική με έναν τρόπο τελείως διαφορετικό από εκείνον που φαντάζεστε. Κι ας μιλά για άλλα πράγματα από εκείνα που νομίζετε πως καταλάβατε.

Κυλάει.

Όπως κύλησε και η ιστορία αυτή. Κι ας τη φοβήθηκα. Κι ας φοβήθηκα τις σκέψεις που θα κάνετε. Κι ας φοβήθηκα ‘κείνο που θα αντικρίσετε.

Κυλάει· σαν κι αυτήν την ιστορία που φοβήθηκα. Σαν κάθε ιστορία και κάθε λέξη που φοβήθηκα. Σαν κάθε τι.

Κυλάει.

Μ.

 

Αν επιθυμείς να διεκδικήσεις υποτροφίες στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ο Οδηγός Υποτροφιών του citycampus που μόλις κυκλοφόρησε σου προσφέρει ό,τι χρειάζεσαι!

Θέλεις να ενημερώνεσαι έγκυρα και κυρίως έγκαιρα με το πάτημα ενός κουμπιού; Κατέβασε την εφαρμογή μας από το Playstore (citycampus.gr) και διάβασε όλα τα νέα άρθρα εύκολα και γρήγορα!