Episode 09: The one we grow older

episode 09

Χρόνια τώρα, έχουμε πει με τους φίλους μου πως, όταν πατήσουμε αισίως τα 80, αφού θα έχουμε γίνει σιχαμερά πλούσιοι και το όνομά μας θα είναι γνωστό στα πέρατα της γης, θα παρατήσουμε φαμίλιες και σκυλιά, παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα, καριέρες και περιουσίες, θα τα μαζέψουμε και θα φύγουμε για το Παρίσι. Θα κλείσουμε μερικές σουίτες στο 7ο Κ.Α.Π.Η, δίπλα στο Σηκουάνα και θα γεράσουμε όμορφα και ήσυχα.

(Γιατί Κ.Α.Π.Η; Γιατί τέτοιοι που είμαστε σιγά μη βρούμε κανέναν άλλον να μας γηροκομήσει. Και γιατί Παρίσι; Γιατί τα γηρατειά θέλουν στυλ. Και γιατί στα εδώ Κ.Α.Π.Η ίσως κοιτάνε περίεργα τα τατουάζ στα ρυτιδιασμένα δέρματα και τα πολύχρωμα μαλλιά μας.)

Τα βράδια της Πέμπτης, που λέτε, θα βγαίνουμε για μπαρότσαρκα στα σοκάκια κάτω από το φωτισμένο Eiffel και θα ξελογιάζουμε εικοσάχρονα πιπινάκια. Τις άλλες μέρες θα μαζευόμαστε για Παλέρμο, παντομίμα και Πες-Βρες. Θα παίζουμε drinking games με τσάι, θα πίνουμε cocktails χαπιών για την ανεβασμένη πίεση και τα τριγλυκερίδια, θα θυμόμαστε όλες τις γελοίες –ή και όχι- ιστορίες της ζωής μας και θα γελάμε με όλες τις καταστάσεις που ζήσαμε χρόνια πριν και που τις πήραμε τόσο στα σοβαρά, ώστε κάπου νομίσαμε ότι ο κόσμος θα τελείωνε.

Θα θυμόμαστε κι εκείνη την κρίση ηλικίας που περάσαμε στα 20α γενέθλιά μας· όταν μπήκαμε στην τρίτη δεκαετία της ζωής μας και πέσαμε σε κατάθλιψη με εκείνο το αναμμένο «2», που αντικατέστησε το «1» στην τούρτα.

Ξέρω, βέβαια, τώρα ότι αν το διαβάζετε αυτό και είστε μιας κάποιας ηλικίας (μιας κάποιας ηλικίας άνω των εικοσικάτι, των εικοσιλίγο) γελάτε και με χλευάζετε. Αλλά ξέρω, επίσης, ότι αν τα κλείσατε πρόσφατα καταλαβαίνετε ακριβώς για ποιο είδος κατάθλιψης μιλάω (και αν δεν καταλαβαίνετε, σας φθονώ). Όπως ξέρω, τέλος, (πάνσοφη η Μ.) ότι αν είστε μικρότεροι… Αφήστε το. Αν είστε μικρότεροι θα γελάσω χαιρέκακα και θα σας πω πως εκεί που είστε ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ‘ρθετε. Γιατί όντως υπήρξα ένα ανέμελο και ακούραστο πρωτοετό, με κοινωνική ζωή, αντοχές στα ξενύχτια και τη φασαρία και όρεξη να ρουφήξει κάθε εμπειρία. (Μη σας παραπλανούν τα όσα λέω στα Episod-ια μου, πράγματι υπήρξα.)

Θα τα θυμόμαστε κι αυτά… Το ατελείωτο κάψιμο, δύο και κάτι χρόνων, στα στέκια μας. Στα μέρη που περνούσαμε περισσότερες ώρες απ’ ότι περνούσαμε στα σπίτι μας. Με barman, σερβιτόρους και προσωπικό που βλέπαμε πιο πολύ από τις οικογένειές μας, Ακούγαμε από Prodigy μέχρι Παντελίδη και χορεύαμε από reggae μέχρι Μάκη Δημάκη, με την ίδια όρεξη. (Καταλαβαίνετε τι σύγχυση επικρατούσε στα μυαλά και τις ζωές μας.)

Αρκούσε ένα τηλέφωνο στις 3 τη νύχτα για να πεταχτούμε από τον καναπέ, να ντυθούμε πρόχειρα και θα βγούμε για μια μπύρα. («Παιδιά, μισή ωρίτσα μόνο· μπαίνω να κάνω ένα μπάνιο με κρύο νερό, ντύνομαι κι έρχομαι.») (True story.)

Θα θυμόμαστε εκείνες τις μέρες που ξεκινούσαν με μεσημεριανούς καφέδες που κρατούσαν ατελείωτες ώρες και γίνονταν ούζα στο παρακμιακό τσιπουράδικο πίσω από την εκκλησία, που δε χωράει περισσότερες από τέσσερις ή πέντε παρέες. Κι ύστερα, για μια μπύρα (κι άλλες δύο κερασμένες από τον barman) στο ασφυκτικά γεμάτο ροκάδικο –πολύ πριν το ροκάδικο γίνει της μοδός· τότε που η μουσική του δε θύμιζε κλαμπάκι. Κι εκεί, λίγο μετά τα ξημερώματα, όταν οι φυσιολογικοί άνθρωποι πάνε στις δουλειές τους και οι δρόμοι αρχίζουν να γεμίζουν και πάλι με αυτοκίνητα, ένα τελευταίο σφηνάκι στο κατεστραμμένο ελληνάδικο στην αρχή του πεζόδρομου.

Θα θυμόμαστε όλα τα βράδια που κοιμηθήκαμε σε καναπέδες φίλων, ντυμένοι ακόμη με τα ρούχα μας και τα μπουφάν.

Θα θυμόμαστε όλους τους ανθρώπους που γνωρίσαμε κι όλες τις αλλόκοτες ιστορίες που μας συνδέουν μαζί τους. Θα θυμόμαστε όλες τις γελοίες ιστορίες «πεσίματος» που έχουμε ζήσει και όλες τις πικρόχολες ατάκες που έχουμε πει. (Κάποια στιγμή, μάλλον, πρέπει να μοιραστώ μαζί σας μερικές από αυτές. Με κορυφαίο σκηνικό όπου πατέρας φίλης μου, έχοντας βγει βράδυ μαζί του, προσπαθεί να κάνει κονέ σε κοπέλα με εργαζόμενο –στο μαγαζί που ήμασταν- τυπά, παρουσία και της κοπέλας του τυπά. *Αφού δε μας πέταξε το μικρόφωνο, που κρατούσε, στο κεφάλι ο άνθρωπος, καλά είμαστε. -Γεια σας κύριε, γλυκούλη, μπαμπά της φίλη μου. Γεια σου κι εσένα εργαζόμενε τυπά που, μιας και το έφερε η κουβέντα, αν πέσει ποτέ στα χέρια σου, ή μάλλον στην οθόνη σου, αυτό το κείμενο, να ξέρεις ότι η κοπέλα σου ζητάει –ετεροχρονισμένα- συγνώμη.)

(Και για να μη σας αφήσω με την απορία, προφανώς και απέτυχε το κονέ. Και ‘ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ή το ανάποδο. Ή, τέλος πάντων, ζήσαμε καλά αμφότεροι.)

Θα θυμόμαστε, που λέτε, όλες τις μέρες και τις νύχτες μας. Θα θυμόμαστε και που σιγά-σιγά αλλάξαμε. Άλλοι από ‘μας έκαναν σχέσεις σοβαρές και ίσως μία μέρα παντρευτούν. Άλλοι βρήκαν δουλειά και ζορίζονται με τις υποχρεώσεις. Άλλοι πλησιάζουν το πτυχίο κι έχουν μπλέξει με πρακτικές, πτυχιακές και το άγχος για το «μετά». Κάπως αλλάξαμε. «Σοβαρέψαμε». Ή γίναμε ξενέρωτοι και δεν έχουμε πια τις ίδιες αντοχές. (Κάπου εδώ ακούγονται οι φωνές φίλων μου που λένε πως εγώ είμαι η ξενέρωτη και με ρωτάνε πώς είναι σαν εμπειρία η τρίτη ηλικία και πώς πάνε τα αρθριτικά και οι ρευματισμοί μου. –Ου να μου χαθείτε!-)

*Παύση. Σταματάω και διαβάζω τι έχω γράψει. Καταμέτρηση λέξεων: 839 έως τώρα. Πάλι μεγάλο βγαίνει, γαμώτο και σιγά μην κάτσει κανείς να το διαβάσει. Και γιατί να το διαβάσει κανείς;

Ψάχνω το νόημα μέσα στις λέξεις. Κάθε λέξη και μία ιστορία. Όχι, δε θα με πιάσει μελαγχολία. Κοντοζυγώνουν και τα γενέθλιά μου (ναι, χρόνια μου πολλά, να με χαίρεστε, μαγεία και χρυσόσκονη έβριγουεαρ, μπράβο στη μαμά και τον μπαμπά μου για τον κορίτσαρο που έβγαλαν και τα ρέστα) και διαπιστώνω ότι η κατάθλιψη των 20, συνεχίζεται και στα 21.

Ανοίγω το youtube και βάζω να παίζουν Placebo (για λίγο κονταροχτυπήθηκαν εντός μου με Τσανακλίδου και «Γερνάω, μαμά».)

Σκέφτομαι.

Και τι σας νοιάζουν οι ιστορίες μου; Μήπως δεν έχετε δικές σας; Μήπως δεν έχετε ένα σωρό δικές σας αναμνήσεις; Πόσο μπορεί να μοιάζουν οι ιστορίες μας; Πόσο μπορεί να μοιάζουν οι ζωές μας;

Εγώ είμαι κάτι. Εσείς είστε κάτι άλλο. Κάτι διαφορετικό και μοναδικό.

Αυτό το άρθρο θα μπορούσε να μείνει στα αρχεία του υπολογιστή μου. Οι ιστορίες που κρύβονται πίσω από τις λέξεις θα μπορούσαν να μείνουν ανείπωτες· όπως τόσες και τόσες που διάλεξα να μη σας αναφέρω, ούτε σαν υπόνοια.

Αυτές οι ιστορίες -οι ανείπωτες και οι άλλες- είναι τα κομμάτια του δικού μου παζλ. Είναι σημαντικές για μένα· ίσως και για τους ανθρώπους που τις ζήσαμε παρέα. Για σας δεν είναι τίποτα. Εσείς έχετε το δικό σας παζλ, με τα δικά σας κομμάτια. Ίσως κάπου τα κομμάτια μας φαίνονται ίδια, μα μόνο έτσι μοιάζουν.

Ακόμη και οι ιστορίες που ζήσαμε μαζί, ή σχεδόν μαζί, έχουν διαφορετικές κόγχες και διαφορετικές εσοχές. Και κουμπώνουν μ’ έναν τρόπο μοναδικό, για να φτιάξουν μέσα μας κάτι που δεν ξέρω πώς λέγεται και δεν έχω ιδέα πώς μοιάζει. Αυτό το κάτι που θα συζητάμε κάποτε, στο Παρίσι ή αλλού…

Μ.

Υ.Γ Επειδή, όπως είπαμε, έχω γενέθλια σε λίγες μέρες, επικοινωνήστε μαζί μου για να σας δώσω τη διεύθυνση όπου μπορείτε να στέλνετε τα δώρα σας. Ευχές θα γίνονται δεκτές όλο το εικοσιτετράωρο και το βράδυ κερνάω χορό με μουσική υπόκρουση… από Prodigy, μέχρι Μάκη Δημάκη.

Αν επιθυμείς να διεκδικήσεις υποτροφίες στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ο Οδηγός Υποτροφιών του citycampus που μόλις κυκλοφόρησε σου προσφέρει ό,τι χρειάζεσαι!

Θέλεις να ενημερώνεσαι έγκυρα και κυρίως έγκαιρα με το πάτημα ενός κουμπιού; Κατέβασε την εφαρμογή μας από το Playstore (citycampus.gr) και διάβασε όλα τα νέα άρθρα εύκολα και γρήγορα!