a-thousand-times-goodnight-poster

Της Έλενας Σκούφου

Πρωταγωνιστούν: Juliette Binoche, NikolajCoster-Waldau, Maria Doyle Kennedy, Larry

Mullen Jr., MadsOusdal.

Σκηνοθεσία: Erik Poppe

Πρόκειται για μια συμπαραγωγή Νορβηγίας-Ιρλανδίας, με συμμετοχή στο παγκόσμιο φεστιβάλ κινηματογράφου του Μόντρεαλ για το 2015. Η ταινία απέσπασε το βραβείο “SpecialGrandPrix” και η Binoche έδωσε μια απ΄ τις καλύτερες ερμηνείες της, αποπνέοντας δυναμισμό και δραματικότητα.

Η ταινία πραγματεύεται τη ζωή της Rebecca και της οικογένειάς της, η οποία δοκιμάζεται για άλλη μια φορά, έπειτα απ’ τον τραυματισμό της Rebecca σε μια δημοσιογραφική αποστολή στη Καμπούλ. Η Rebecca είναι μια παγκοσμίου φήμης φωτογράφος στο πολεμικό ρεπορτάζ και η δουλειά της απαιτεί ριψοκίνδυνα ταξίδια και μεγάλη αφοσίωση, γεγονός που την έχει απομακρύνει απ’ την οικογένειά της, η οποία δεν αντέχει πλέον τη συνεχή απουσία της μητέρας.

Η πόλη της Καμπούλ και η Κένυα είναι αυτές στις οποίες διαδραματίζονται τα γεγονότα, τα οποία η Rebecca αποτυπώνει με μεγάλη τέχνη, με το φωτογραφικό της φακό. Οι ζωντανές εικόνες της μεταφέρουν παγκοσμίως την απεγνωσμένη έκκληση των τριτοκοσμικών χωρών για βοήθεια. Η πείνα, η ένδεια και η τρομοκρατία, βρίσκονται σε έξαρση και το μάτι μιας έμπειρης φωτορεπόρτερ βρίσκεται παντού, σε κάθε στιγμή πόνου, φόβου, θανάτου… Γυναίκες και παιδιά ζωσμένα με εκρηκτικούς μηχανισμούς ανατινάσσουν ολόκληρες πόλεις, θρηνώντας αμέτρητα θύματα, ομάδες γηγενών σπέρνουν τον τρόμο στους αφρικανικούς καταυλισμούς, δηλώνοντας τη παρουσία τους και επιβάλλοντας την εξουσία τους, γυναίκες που φοβούνται και δε τολμούν ούτε να μιλήσουν, κρύβουν τη θλίψη κάτω απ’ τις μπούρκες τους.

Κάποιος πρέπει να μιλήσει, κάποιος πρέπει να δείξει στους ανθρώπους τι συμβαίνει εκεί, κάποιος πρέπει επιτέλους να ενδιαφερθεί γι’ αυτές τις χώρες, χωρίς πρόθεση την – για ακόμη μια φορά – οικονομική τους εκμετάλλευση. Η Rebecca λοιπόν αναλαμβάνει αυτό το ρόλο, θυσιάζοντας την προσωπική της ζωή και κινδυνεύοντας να χάσει μια για πάντα τα παιδιά και το σύζυγό της. Η πρωταγωνίστρια αμφιταλαντεύεται μεταξύ καριέρας-οικογένειας. Ζυγίζοντας προσεκτικά κάθε της κίνηση, η ζυγαριά βαραίνει προς τη μεριά της καριέρας. Της καριέρας, όχι μόνο ως επαγγελματική επιτυχία και ατομική ικανοποίηση, αλλά και ως χρέος, ως ανθρώπινη αποστολή. Η Rebecca αισθάνεται υπεύθυνη για τους λαούς που πάσχουν, νιώθει πως οφείλει να προσφέρει με όλες της τις δυνάμεις, γίνεται η φωνή των κατατρεγμένων.

Η αγωνία του θεατή κορυφώνεται όταν ένα αναπάντεχο γεγονός ξεσπά και θέτει σε κίνδυνο τη ζωή της κόρης της. Ποιο δρόμο θα επιλέξει εν τέλει η Rebecca; Θα έχει άραγε την οικογένεια στο πλάι της ή θα χαράξει τη μοναχική της πορεία; Το δίλλημα γίνεται εντονότερο και τα πισωγυρίσματα στις αποφάσεις όλο και πληθαίνουν.

Ο λυρισμός είναι έκδηλος και σε συνδιασμό με τα αποτρόπαια πλάνα της Μαύρης Ηπείρου, το κοινό μεταφέρεται στη καρδιά της Αφρικής. Ο συγκινητικός λόγος που εκφωνεί στο σχολείο η μεγάλη κόρη της οικογένειας μας κάνει να συγκρατήσουμε μια και μόνο φράση: «τα παιδιά των αφρικανικών χωρών, τα βασανισμένα παιδιά, έχουν ανάγκη τη μητέρα μου, περισσότερο απ’ ότι εγώ».

Ας αποτελέσει λοιπόν αυτή η φράση αφορμή για σκέψη και προβληματισμό, ας γίνει η αφετηρία προκειμένου να βγούμε απ΄ το μικρόκοσμό μας και να αντικρύσουμε τα αληθινά προβλήματα. Ας μη κλείνουμε πια τα μάτια στην κοινωνική αδικία. Ας ενδιαφερθούμε λίγο περισσότερο για αυτούς τους ανθρώπους που όλη τους η ζωή είναι μια καθημερινή μάχη και ας συντρέξει με ό,τι μέσο διαθέτει ο καθένας μας, για να κάνουμε όσο γίνεται βιώσιμη αυτή τη καθημερινότητα.

Πρέπει να δοθεί ένα τέλος στην εκμετάλλευση και αυτό θα γίνει μόνο όταν ο άνθρωπος δεν φοβάται, δεν ευησυχάζεται, δεν σιωπά…