Στην κρεατομηχανή της ετεροαπασχόλησης

Της Γεωργίας Μυστριώτη

 

Σας ακούγεται σαν δοκίμιο από αυτά που διαβάζουμε για την Έκθεση, ε; Και όμως, πριν ξεκινήσω θα ομολογήσω το εξής: μου ήταν πολύ δύσκολο να αρχίσω να γράφω ένα τέτοιο άρθρο. Βλέπετε, αυτή τη στιγμή είναι σαν να εκθέτω το γυμνό μου σώμα μπροστά σε 5-6 ζωγράφους και να τους αφήνω να αποτυπώσουν αυτό που βλέπουν σε όποια τεχνοτροπία θέλουν. Ακόμα και να με μετατρέψουν σε καρικατούρα υπερτονίζοντας και την παραμικρή ατέλεια. Εν τούτοις, μέσα από αυτό ψάχνω τη λύτρωσή μου: μετά το πέρας του άρθρου τούτου δε θα έχω τίποτα πια να κρύψω ούτε κανέναν να φοβηθώ.

Θα ευχόμουν να μπορούσα να σας θωπεύσω τα ώτα, να σας χρυσώσω το χάπι και να σας τα παρουσιάσω όλα ως ιδανικά. Δυστυχώς, όμως, θα χρειαστεί να υποστείτε την ψυχρολουσία: όταν επιτελείτε ένα επάγγελμα που διαφέρει από το αντικείμενο σπουδών σας, τότε είστε ετεροαπασχολούμενοι. Αν δεν το ξέρετε ήδη, η ετεροαπασχόληση στην Ελλάδα είναι τόσο έντονη όσο και η ανεργία. Και ναι, είμαι κι εγώ στην κατηγορία αυτή: συγγράφω κείμενα για ιστοσελίδες. Και αν σας φαίνεται δημιουργική δουλειά, πλανάσθε πλάνην οικτράν: Στην πραγματικότητα, ο τομέας αυτός άπτεται του μάρκετινγκ, υπόκειται σε συγκεκριμένους κανόνες και ουδεμία σχέση έχει στην πραγματικότητα με τον ανθρωπισμό της Φιλολογίας.

Το εκρηκτικό μείγμα

Θέλετε την υπέρτατη συνταγή καταστροφής; Τότε ανακατέψτε τα παραπάνω συστατικά. Και αν θέλετε να φτιάξετε το πιο εκρηκτικό μείγμα, ιδού το κερασάκι στην τούρτα: καφές και αλκοόλ, πότε ξεχωριστά πότε ανακατεμένα, για να ξεχάσεις τη συνειδησιακή κρίση που σε πιάνει τα πρωινά. Αν έχεις έστω και λίγη ευαισθησία παραπάνω, σου έρχονται στο μυαλό όσα σου έλεγαν κάποτε για αλλοτρίωση και γελούσες γιατί τα θεωρούσες μπούρδες για να βάλεις ως σάλτσα στην Έκθεση. Στην πραγματικότητα, αυτά δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτό που βιώνεις αυτή τη στιγμή. Αν δεν σου έχει περάσει από το μυαλό έστω μια φορά να πέσεις από το μπαλκόνι να τελειώσει αυτό το πανηγύρι, σίγουρα θα έχεις νιώσει όπως τότε που βλέπεις τον χωρισμό να πλησιάζει: Μπορεί να αγαπάς έστω και λίγο ακόμα τον σύντροφό σου, αλλά δε θα σε χαλούσε να τον σκοτώσεις από την άλλη. Η όλη κατάσταση θυμίζει άρρωστο που δε λέει να πεθάνει και φτάνεις στο σημείο να σκέφτεσαι την ευθανασία μπας και απαλλαγείτε και οι δυο από το μαρτύριο.

Η ελπίδα

Ενώ βιώνεις όλο αυτό το δράμα, έχεις την ίδια μηχανική απάντηση έτοιμη, ακριβώς όπως έχεις μάθει και το μυαλό σου να λειτουργεί: «Καλά, μια χαρά. Εσείς πώς είστε;». Στην πραγματικότητα, κρατιέσαι με το ζόρι να μην κλάψεις και να μην πεις “why ask how I feel? Well, how does it look to you?” Ξεροκαταπίνεις και σιωπάς, έχεις μια οικογένεια να φροντίσεις. Ε, τουλάχιστον έχεις και ένσημα για μια σύνταξη που ποτέ δε θα έρθει, μη γελιέσαι. Και εκεί που σέρνεις το σάπιο σου κουφάρι, ακόμα υπάρχει αυτή η σπίθα που σε κρατά στη ζωή: εκείνο το πρόσωπο με το οποίο θα πήγαινες στην Αφρική με 1 λεπτό του Ευρώ κομμένο στη μέση (ξέρεις ποιος είσαι. Αν με διαβάζεις, σου το αφιερώνω… και σε αγαπώ). Χαμογελάς έστω για λίγα δευτερόλεπτα και σκέφτεσαι έστω για λίγο πως δεν είσαι τελειωμένος, η ελπίδα ευτυχώς πεθαίνει τελευταία.

Σιγά-σιγά έρχεται η στιγμή όπου σιχαίνεσαι να ακούς ιστορίες περί πετυχημένων ανθρώπων που έκαναν κάτι που διέφερε από τις σπουδές τους και τα κατάφεραν. Εσύ ξέρεις τι θες. Και ενώ φτάνεις στο απόγειο της κατάθλιψης και δε βλέπεις φως στο τούνελ, βάζεις τέλος στους στοχασμούς σου τόσο απότομα, με τον ίδιο τρόπο που ο Καραγάτσης έκλεισε (;) το τελευταίο του μυθιστόρημα «Το Δέκα»: «Ας γελάσω»!

Επί του πιεστηρίου: Μόλις μία ημέρα αφότου γράφτηκε το άρθρο αυτό, ξημερώματα 11ης Σεπτέμβρη 2017 (ακριβώς έναν χρόνο αφότου τον γνώρισα στην Ελλάδα), ο πολυαγαπημένος μου φίλος Kuba άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 32 ετών από υπερβολική δόση χαπιών που έπαιρνε για την αϋπνία, αναζητώντας απεγνωσμένα μια λύση στη βασανιστική αστάθεια της σύγχρονης ζωής. Η μνήμη του θα είναι σίγουρα αιώνια, έχοντας κατακτήσει μια θέση στην ψυχή μου και ας τον έζησα για τόσο λίγο.