Game of Notes S03, Episode 04: Better late than never

Ο -περίπου- απολογισμός που καθυστέρησε μία αιωνιότητα και μία μέρα.

της Μαίρης Καραμπίνα 

“Μην το γρουσουζέψω, αλλά αυτή τη στιγμή είσαι η μόνη, από εμάς, που κάνει εκείνο ακριβώς που ήθελε”, μου είπε -όχι και τόσο πρόσφατα- μία φίλη, σε μία άκυρη στιγμή, καθώς χτένιζε τα μαλλιά της στο μπάνιο του σπιτιού μου και λίγη ώρα πριν πάει να δώσει εξετάσεις για το δικό της “εκείνο που ήθελε”. Ενστικτωδώς, πλην όμως πικρόχολα, απάντησα πως ήμουν η μόνη που προσπάθησε τόσο. Σκοπός δεν ήταν να παινέψω τον εαυτό μου, ούτε να τροφοδοτήσω ακόμη λίγο το εγώ μου. Και αν είχα δώσει λίγο χρόνο να το σκεφτώ παραπάνω θα είχα θυμηθεί πως όχι, αυτήν τη στιγμή δεν κάνω εκείνο ακριβώς που ήθελα.

Πάει ένας μήνας και κάτι από τότε. Και πάει καιρός απ’ όταν θα έπρεπε να είχα γράψει αυτό το κείμενο· ίσως στα τέλη του περασμένου έτους, ως ανασκόπηση ή απολογισμό -ως εκ των υστέρων ψύχραιμη ματιά. Μα θες που είμαι φύσει αναβλητική; Θες που δε συμπαθώ τους “επιβεβλημένους” απολογισμούς; Θες που δε συμπαθώ κάθε τι το “επιβεβλημένο”;
Φθάσαμε να έχουμε διανύσει ήδη τον πρώτο μήνα του 2018 και κάποιο βράδυ, με αφορμή μια τυχαία κουβέντα, μια ανάμνηση, μια μυρωδιά ή ένα τραγούδι, να προσπαθώ να θυμηθώ τη ζωή 365 μέρες πριν.

Γυρνώ, νοητά, το χρόνο πίσω· πρώτες στιγμές του 2017 -πρώτα μόλις δευτερόλεπτα. Καμία ευχή δεν είχα να κάνω για εκείνον τον χρόνο. Ναι, η υγεία είναι σημαντική. Ναι, και η αγάπη και ο έρωτας. Ναι, και η κοινωνική δικαιοσύνη. Ναι, και η παγκόσμια ειρήνη. Μιλάω, όμως, για εκείνες τις ευχές που δεν εξαρτώνται από παράγοντες αστάθμητους. Ευχές που παραδοσιακά όλοι κάνουμε απλώς και μόνο για να μεταθέσουμε την ευθύνη της πραγματοποίησής τους σε δυνάμεις που ‘ναι πέρα από εμάς, σε ενέργειες έξωθεν αποσταλμένες. Εκείνες τις πρώτες στιγμές του 2017, εκείνα τα πρώτα δευτερόλεπτα αποφάσισα, πλήρη συνειδήσει, για πρώτη και μόνη έως τότε φορά, να μην ευχηθώ τίποτα, παρά να θέσω δύο στόχους. Δύο πολύ προσωπικούς, απόλυτα ρεαλιστικούς, εν δυνάμει εφικτούς, άμεσα προσβάσιμους στόχους. Στόχους που δεν θα αφήνονταν στην “καλοσύνη” των όποιων εξωγενών δυνάμεων, αλλά η επίτευξή τους θα εξαρτιόταν άμεσα και πρώτιστα από εμένα. Στόχους που, ο κόσμος να γυρνούσε ανάποδα και ο ήλιος να ανέτειλε από τη δύση, θα μπορούσα να πραγματοποιήσω. Θα χτυπούσα τον κώλο μου κάτω μέχρι να τους πραγματοποιήσω.

Και τον χτύπησα. Και τον κώλο· και τα πόδια· και τη μέση· και το κεφάλι· και τα πλευρά· και τα χέρια -ω, τα χέρια! Πέρασα κάτι περισσότερο από έναν μήνα της ζωής μου του περασμένου χρόνου με γραντζουνισμένα και ματωμένα χέρια, γεμάτα σημάδια. Και γέμισα ολόκληρη σημάδια και μελανιές. Και έκλαψα πολύ. Και αγχώθηκα περισσότερο. Και ύστερα έκλαψα ξανά. Και απελπίστηκα. Και φοβήθηκα.

Και ξενύχτισα· κι ύστερα ξενύχτισα ξανά και δεν κοιμήθηκα παρά πολύ αργότερα. Και διάβασα περισσότερο απ’ όσο έχω διαβάσει ποτέ. Και σκέφτηκα όπως δεν είχα σκεφτεί ποτέ. Και έγραψα όπως δεν έχω γράψει ποτέ. Και έκανα πολλά από τα “ποτέ” μου και πάρα πολλά από τα “δεν μπορώ” μου.

Και οι διαταραχές άγχους έγιναν ακόμη καλύτερες φίλες μου. Και η καθημερινότητά μου γέμισε πανικούς και χλωρίνη -πολύ χλωρίνη. Και το αίσθημα ασφάλειας έπαψε να υφίσταται. Και η αγωνία έγινε ρουτίνα. Και οι ταχυκαρδίες συνοδευτικό για τον καφέ.

Και έδωσα εξετάσεις -πολλές εξετάσεις! Γραπτές, προφορικές, έκθεσης και “ταλέντου”. Και ένιωσα ικανή· κι ένιωσα πάρα πολύ ανίκανη. Και εξέθεσα τις διανοητικές μου ικανότητες. Και εξέθεσα τα πιο μύχια σκοτάδια μου. Και ανέμεινα κρίση γι’ αυτά.

Και συναντήθηκα με ένα κοριτσάκι που δεν είχα δει για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια. Κι επέστρεψα σε τόπους γενέθλιους που είχα ξεχάσει πόσο όμορφοι είναι. Κι ένα απομεσήμερο του Αυγούστου, μέσα σε μία μικρή κατάμαυρη αίθουσα με δυνατό φως, με ένα απλό, πλην όμως και επιτακτικό, “υποφέρεις; Δείξ’ το μου.”, η θεώρησή μου για τον κόσμο άλλαξε· και ό,τι γνώριζα, ό,τι ένιωθα, ό,τι πίστευα για τον ρου της ζωής και για μένα την ίδια, άλλαξε.

Και απογοήτευσα ανθρώπους. Και θύμωσα ανθρώπους. Και στεναχώρησα ανθρώπους. Και τους ζήτησα συγνώμη. Αλλά ίσως και να τους έκανα λιγάκι υπερήφανους.

Και παρ’ όλα αυτά, τους στόχους τους πέτυχα μόνον περίπου. Τον έναν εξ’ ολοκλήρου, αλλά εκτός του χρονικού πλαισίου που είχα ορίσει. Το δεύτερο δεν τον άγγιξα καν. Όμως, άξιζε που τον έθεσα εξ’ αρχής. Γιατί οδηγήθηκα κάπου που ειδάλλως δε θα έφθανα ποτέ. Και μέσα σε αυτό το κάπου συνάντησα λαχτάρες όμοιες με τις δικές μου· και είδα στα μάτια των ανθρώπων αγωνία γι’ αυτές μου τις λαχτάρες. Και ίσως ο πρωταρχικός στόχος, εκείνος που για χάρη του γέμισα αμυχές και τόσο και τόσα άλλαξα, να άξιζε για ‘κείνα και γι’ αυτό το “κάπου”.

Γιατί άλλαξα. Ενεργά και παθητικά. Και πίστεψα και σ’ ένα από τα μεγαλύτερα κλισέ – εκείνο που ισχυρίζεται ότι για να πετύχεις κάτι που ποτέ δεν είχες, πρέπει να κάνεις κάτι που ποτέ δεν έκανες. Κι αν αυτό το κείμενο μοιάζει κάπως έτσι, κι αν βρωμάει κλισέ, είναι γιατί με όλη μου τη δύναμη -συναισθηματική όσο και διανοητική- πιστεύω πως ακόμη κι αν δεν πετύχεις το κάτι που ποτέ δεν είχες, αν κάνεις αυτό που ποτέ δεν έκανες, θα πετύχεις σίγουρα κάτι άλλο -κάτι ίσως πολύ καλύτερο.

Γιατί η ζωή -και ο Ρένος Χαραλαμπίδης- ξέρει. Κι εγώ, έστω καθυστερημένα, την εμπιστεύομαι.

Μ.