Game of Notes S03, Episode 02: Μπλε φόντο

Της Μαίρης Καραμπίνα

Σκηνή από δύο μεσημεριάτικους καλοκαιρινούς κόσμους, καθ’ όλα διαφορετικούς, που συναντιούνται.

Την ώρα που εγώ κάθομαι εδώ. Την ώρα που εγώ κοιτάζω το μπλε -πάνω, μπροστά και γύρω μου μπλε. Την ώρα που σκέφτομαι τα καλοκαίρια -χαμένα κι εκείνα που προσμένω να έρθουν καλοκαίρια. Περνά εκείνος. Εκείνος που δεν κοιτάζει το μπλε. Και δεν σκέφτεται τα καλοκαίρια. Γιατί δεν έχει χρόνο, δεν έχει κουράγιο, ίσως πια δεν έχει κι όνειρα. Κι ίσως ο χρόνος του δεν μετριέται πια σε εποχές, παρά σε θερμοκρασίες και σε φαινόμενα, που επηρεάζουν τα κύτταρα, τις απολήξεις, τις αρθρώσεις, το δέρμα, τον οργανισμό του. Είναι ταλαιπωρημένος. Είναι φορτωμένος και ζεσταμένος. Περπατάει χιλιόμετρα κι έχει διασχίσει πολλά. Από κάπου ξεκίνησε. Εγώ ξεκίνησα εδώ. Εκείνος έφθασε τη μέρα που κουράστηκε να ταξιδεύει. Και να ελπίζει κουράστηκε. Και να προσμένει. Εγώ κάθομαι εδώ και προσμένω. Το καλοκαίρι που θα έρθει. Τη ζωή που θα αλλάξει. Τα όνειρα που δε θα χρειάζεται πια να ‘ναι όνειρα. Το ρεαλισμό που θα πασπαλιστεί με χρυσόσκονη και που θα γίνει μαγεία. Προσμένω. Εκείνος υπομένει. Τη ζέστη. Τα μυτερά βότσαλα που καίνε. Το νοτιά που, δυνατός, σκορπάει την πραμάτεια του και κάπου κάπου παρασύρει τα ψάθινα καπέλα. Τα ευγενικά, γεμάτα αδιαφορία χαμογέλα. Εγώ κάθομαι εδώ και προσμένω. Τη μέρα που το κορμί μου θα κολυμπήσει ως την απέναντι στεριά. Τα σκοτάδια που θα φωτιστούν και τα αγκάθια που θα ανθίσουν. Εκείνος αναμένει. Το χειμώνα που θα έρθει και θα ρουφήξει τη βασανιστική του καλοκαιριού τη ζέστη. Τη ζωή που, δίχως να αλλάξει, θα τελειώσει. Ίσως μήτε θυμάται από ελπίδες. Ίσως τα όνειρα είναι γραμμένα με ψιλά γράμματα. Ίσως η προσμονή δεν μεταφράζεται στη δική του γλώσσα. Κι ίσως ο ρεαλισμός είναι η μόνη του επιλογή. Ίσως φοβάται. Ή ίσως δεν τον νοιάζει, γιατί είναι μόνος του πια. Ίσως ο κάθε τόπος δεν του ‘ναι πατρίδα. Ίσως οι ρίζες του βγήκαν από το χώμα βίαια. Κι ίσως τα κλαδιά του μαραίνονται με την αλμύρα.

Αλλά πάλι, τι ξέρω εγώ; Εγώ κάθομαι εδώ και κοιτάζω το μπλε.

Σήμερα ένας χρόνος και μισή αιωνιότητα αργότερα. Εγώ κάθομαι πάλι εδώ και κοιτάζω το μπλε -πάνω, μπροστά και γύρω μου μπλε. Το καλοκαίρι, χωρίς να είναι εκείνο που πρόσμενα, έχει έρθει· τελειώνει κιόλας. Εκείνος περνά ξανά. Ξανά φορτωμένος, ξανά ταλαιπωρημένος στην όψη. Δεν κοιτάζει το μπλε. Και δεν έχω ιδέα τι σκέφτεται, πώς νιώθει. Και πώς να έχω; Εγώ κάθομαι εδώ και κοιτάζω το μπλε. Του χαμογελάω ευγενικά κι εκείνος συνεχίζει να προχωρά. Ίσως τον δω ξανά το άλλο καλοκαίρι, ένα επόμενο, κάποτε. Και ίσως τότε γράψω ξανά μερικές λέξεις που ηχούν κάπως ποιητικά, κι άλλες βαρύγδουπες και που τείνουν στο μελό, για να παρηγορήσω την εγωπαθή μου ύπαρξη που όλο κι όλο ‘κείνο που έκανε, ήταν να χαμογελάσει ευγενικά, πριν στρέψει ξανά τη σκέψη στα καλοκαίρια της. ‘Κείνη την ύπαρξη που δεν αναρωτήθηκε παρά μόνο φευγαλέα, γιατί αυτή κι όχι κι αυτός. Γιατί αυτή κι όχι αυτός. ‘Κείνη την ύπαρξη που ακόμη και στα φευγαλέα ερωτηματικά βάζει πρώτο το εγώ της.

Ίσως τον δω ξανά το άλλο καλοκαίρι, ένα επόμενο, κάποτε. Ίσως και όχι. Δεν ξέρω ποιος από τους δυο μας θα φανεί ασυνεπής στο ραντεβού μας. Αλλά και τι ξέρω άλλωστε εγώ; Εγώ κάθομαι εδώ και κοιτάζω το μπλε.

M.