Game of Notes S03 Episode 03: Enter

της Μαίρης Καραμπίνα

Η Μ., ένας εντελώς άγνωστός της άνθρωπος κι ένα -πολύ προσωπικό- μήνυμα.

Παρασκευή απόγευμα κάποιου Μαΐου, όχι και τόσο μακρινού. Το δούλευα μέσα μου για μήνες. Το προετοίμαζα. Είχα μουντζουρώσει δεκάδες χαρτιά προσπαθώντας να συντάξω ένα μήνυμα. Μην πάει ο νους σας στο γκομενικό· καμιά φορά οι άνθρωποι χρειάζεται, ή αναγκάζονται ελλείψει άλλου μέσου, να επικοινωνήσουν διαδικτυακά και για άλλα θέματα.

Κι ας μην είναι αυτός ο τρόπος επικοινωνίας που ενδείκνυται. Κι ας μοιάζουν τα μηνύματα κάπως εξομολογητικά· κι ας είναι πράγματι. Κι ας είναι θέματα προσωπικά. Κι ας είναι μεταξύ τους άγνωστοι οι άνθρωποι. Κι ας είναι πράγματι περίεργο να απευθύνεσαι για θέματα που σε αφορούν σε ανθρώπους που αγνοούν την ύπαρξή σου και δεν έχουν, δικαιολογημένα, κανέναν λόγο να νοιάζονται γι’ αυτή, για σένα και τα όποια θέματά σου· για σένα και τις όποιες ανάγκες σου, για σένα και τις όποιες “βοήθειες” ζητάς. Κι ας είναι πράγματι τουλάχιστον τρελό να επαφίεσαι στην “καλοσύνη των ξένων” και στη σιγουριά ότι αν μη τι άλλο ζητάς, ό,τι είναι εκείνο που ζητάς, με κάποια υποτυπώδη ευγένεια.

Για μήνες προετοίμαζα εκείνο το μήνυμα και προετοίμαζα τον εαυτό μου για όποια πιθανή έκβαση. Ασχέτως που εκείνη τη στιγμή δεν ήμουν τελικώς καθόλου έτοιμη. Και ποτέ δε θα ήμουν. Με εκείνο το μήνυμα διακυβεύονταν πολλά. Διακυβεύονταν πολλά βάσει της απάντησης που θα έπαιρνα (ή δεν θα έπαιρνα) και πολλά περισσότερα βάσει του αν θα το έστελνα τελικά· αν θα πατούσα εκείνο το… enter.

Ήταν μόνο ένα κουμπί. Ένα πλήκτρο· που το είχα πατήσει εκατοντάδες, χιλιάδες φορές, ίσως πολύ περισσότερες, χωρίς καν να το σκεφτώ. Δεκάδες χιλιάδες τέτοια χτυπήματα κι όμως, εκείνη τη φορά μου πήρε επτά λεπτά. Επτά ολόκληρα λεπτά, με το δάχτυλο να τρέμει, καθώς αιωρείται πάνω του. Έχεις συναίσθηση του πόσος χρόνος είναι αυτός;

Εγώ χρειάστηκα επτά λεπτά και τα δύο μου χέρια για να το πατήσω· χρειάστηκα να κλείσω τα μάτια, να σπρώξω το δάχτυλο με το άλλο χέρι. Χρειάστηκα να θυμηθώ κάθε φόβο που ξεπέρασα· να θυμηθώ, έναν προς έναν, κάθε φόβο στον οποίο υπέκυψα.

Χρειάστηκα να επαναλάβω στον εαυτό μου, ξανά και ξανά, πολλές φορές, δυνατά, για να με ακούω καθαρά, και με απεύθυνση σε τρίτο πρόσωπο, σα να μην ήμουν εγώ, σα να ήταν πράγματι κάποια άλλη, κάποια ονόματι φερ’ ειπείν “Τασία”, ότι η ώρα είναι τώρα, αλλιώς δεν θα ‘ναι ποτέ. Αλλιώς θα ‘ναι συμβιβασμός, αλλιώς θα ‘ναι παραίτηση. Κι αν δεν μπορώ να κάνω αυτό, δεν θα μπορέσω τίποτα να κάνω. Γιατί πάντα θα φοβάμαι και πάντα θα τρέμω. Γιατί ποτέ δεν θα είμαι έτοιμη και ποτέ δεν “θα ‘ναι ο καιρός ακόμη”.

Χρειάστηκα να υποσχεθώ ξανά στην πιτσιρίκα με το πολύχρωμο μαγιό ότι πάντα θα προσπαθώ να κλείσω στην παιδική της χούφτα τον ορίζοντα. Και πάντα θα ‘μαι παρέα της να κυνηγάμε ουράνια τόξα και να θαυμάζουμε τα χρώματα. Κι αν όχι πάντα, για όσο μπορώ· για όσο έχω χέρια να πιάνω τους ορίζοντες και για όσο έχω μάτια να βλέπω χρώματα. Κι εκείνη δεν ήταν η μέρα για να αθετήσω την υπόσχεση.

Εκείνη τη μέρα χρειάστηκα να τρομοκρατηθώ και η καρδιά μου να χτυπήσει τόσο δυνατά που ίσως και να έπρεπε να φοβηθώ. Δεν ξέρω ως πότε θα μπορώ· ως πότε θα τα καταφέρνω -να το κρύβω, να το αντιμετωπίζω…, ό,τι χρειάζεται κάθε φορά. Αλλά ξέρω πως εκείνη τη μέρα, που δεν ήταν ακριβώς μέρα και σιγά σιγά σκοτείνιαζε, το αγάπησα λίγο πιο πολύ εκείνο το “κάτι”, που κρυβόταν πίσω απ’ όλα αυτά. Γιατί το enter τελικά το πάτησα και ξέρω πως για τίποτα στον κόσμο άλλο δεν θα το ‘κανα…

Νωρίτερα σήμερα, ψάχνοντας στα χαρτιά μου για να βρω κάποιες -λίγες- σκόρπιες σκέψεις που, μέσα στον πανικό και με τρεμάμενα χέρια, είχα σημειώσει τότε, βρήκα και μία φράση που, κάποια στιγμή, πρόχειρα αντέγραψα από κάποιο βιβλίο, αδύνατον να θυμηθώ ποιο: “Γιατί καθ’ ένας, κύριε, μπροστά στους άλλους κυκλοφορεί ντυμένος την αξιοπρέπειά του, όμως μέσα του συμβαίνουν πράγματα ανομολόγητα, που μόνο αυτός τα ξέρει.” κι αναρωτήθηκα πώς ντύνεσαι άραγε την αξιοπρέπεια και πόσο βαριά να είναι, άραγε, η φορεσιά…

Μ.

ΥΓ. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή/και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική.