Το άγχος του τελειόφοιτου

Της Κατερίνας Χριστοδούλου

“Είμαι 22 ετών και όλη η ζωή είναι μπροστά μου. Ωστόσο, ξυπνάω κάθε μέρα με στρες, ανασφάλεια και ενοχή. Νιώθω ότι ντρέπομαι για αυτό το συνεχές άγχος μου, για το πόσο με φοβίζει η ζωή. Τις περισσότερες νύχτες όταν ξαπλώνω, ξεχειλίζω άγχος για το πώς θα αναπληρώσω την δουλειά που δεν πρόλαβα να κάνω. Θα έπρεπε να σκέφτομαι άλλα πράγματα. Ταξίδια, ελπίδες, όνειρα. Θα έπρεπε να νιώθω τόσο νέος, ατρόμητος, ασταμάτητος. Το γεγονός ότι δεν νιώθω έτσι, με κάνει ακόμα πιο μίζερο. Αν δεν είμαι τώρα έτσι, πότε θα είμαι; Ο χρόνος απλά περνάει κι όσο κλισέ κι αν ακούγεται, είναι αβάσταχτα αληθινό.” Α., 22 ετών.

Η εφηβεία είναι γνωστό ότι αποτελεί μια πολύ σημαντική περίοδο για κάθε άνθρωπο λόγω των ποικίλων και πρωτόγνωρων αλλαγών και εμπειριών που βιώνει. Παλιότερα τα όρια της εφηβείας ξεκινούσαν περίπου από τα 12-13 και έκλειναν στα 18 χρόνια, όπου και θεωρούνταν το κομβικό σημείο για το πέρασμα στην ενηλικίωση. Σήμερα, όμως, λόγω της παράτασης της εκπαιδευτικής διαδικασίας των νέων μέσω της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα δεδομένα αλλάζουν και το τέλος της εφηβείας τοποθετείται γύρω στο 21ο έτος ή για κάποιους επιστήμονες θεωρείται ακόμα και το 25ο ηλικιακό έτος ενός ατόμου. Πια ως νεαροί ενήλικες, οι νέοι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν μια μεταβλητότητα, καθώς εξακολουθούν να βρίσκονται σε ένα μεταβατικό στάδιο με εναλλαγές παιδαριωδών και ενήλικων συμπεριφορών. Να βρίσκονται δηλαδή σε μία διαρκή ρευστότητα, μια συνεχόμενη αλλαγή με μία συνεπακόλουθη και λογική εξέλιξη… την αβεβαιότητα.

Όπως στα πρωιμότερα στάδια της εφηβείας, έτσι και στα τελευταία, πολύ συχνό φαινόμενο γίνεται η εκδήλωση άγχους. Ο νεαρός ενήλικας –σύγχρονος φοιτητής– καλείται να αντιμετωπίσει και να επιλύσει πολλά και σημαντικά θέματα καθώς και να λάβει αποφάσεις, οι οποίες θα παίξουν σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα ζωή του. Αρχίζει να έχει όλο και περισσότερες υποχρεώσεις και ευθύνες, ενώ ταυτόχρονα βιώνει την πίεση αυτής καθεαυτής της συγκεκριμένης ηλικίας. Και με τον τελευταίο όρο αναφέρομαι στην προσδοκία που προκαλεί η ηλικία αυτή διότι αντικατοπτρίζει το ζενίθ τόσο της σωματικής  υγείας και αντοχής όσο και της πνευματικής- διανοητικής διαύγειας, τοποθετώντας τον νέο έτσι σε ένα μαραθώνιο πρόκλησης με τον ίδιο του τον εαυτό. Την ίδια στιγμή, όμως, βιώνεται και μία σύγκρουση. Όντας σε αυτήν την ηλικία και κατανοώντας, ίσως λίγο απόλυτα και πεσιμιστικά, πως είναι η τελευταία ευκαιρία για ξεγνοιασιά ή ακόμα καλύτερα για “τρέλες”, έντονη αναδεικνύεται η ανάγκη για να “ξεδώσεις”, να γίνεις και πάλι παιδί, να μην νοιάζεσαι, έχοντας ως αποτέλεσμα πολλές φορές ακόμη και ριψοκίνδυνες συμπεριφορές. Η σύγκρουση που μαίνεται μέσα στο άτομο δεν έχει άλλο καταφύγιο από την εκδήλωση του άγχους!

Σχεδόν σαν την “αντίδραση προσαρμογής του πρωτοετούς”, ένα σύνολο ψυχολογικών συμπτωμάτων που σχετίζονται με τη φοιτητική εμπειρία όταν ένα άτομο εισέρχεται για πρώτη φορά σε μία σχολή και βιώνει έντονες αλλαγές στο κοινωνικό ή ακόμα και στο οικονομικό επίπεδο, έτσι και οι φοιτητές που πλησιάζουν στο σημείο ολοκλήρωσης των προπτυχιακών τους σπουδών έρχονται αντιμέτωποι με ένα πλήθος ανησυχιών. Κατακλύζονται από πολλαπλά ερωτήματα σχετικά με το μέλλον τους, την αβεβαιότητα που αυτό φέρει είτε σε επίπεδο προσωπικό- επαγγελματικό είτε σε επίπεδο κοινωνικό- οικονομικό. Οι γρήγοροι ρυθμοί της ζωής, η ανταγωνιστικότητα στην αγορά εργασίας ή στη σχολή, η οικονομική κρίση, τα άπειρα κοινωνικά προβλήματα που βιώνουμε καθημερινά αποτελούν στρεσογόνους παράγοντες. Αποτελούν τους παράγοντες που βασανίζουν τις ηλικίες αυτές και τις σπρώχνουν σε έναν φαύλο κύκλο αέναων ερωτημάτων γύρω από το αύριο που δυστυχώς δεν έχουνε καμία σαφή, σίγουρη και προσυπογραμμένη απάντηση. “Τι θα κάνω μόλις τελειώσω τις σπουδές; Ποιες είναι οι δυνατότητές μου; Θα εργαστώ; Κι αν ναι, πού; Στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό; Μπορεί να με απορροφήσει η αγορά εργασίας της Ελλάδας; Θα τα βγάζω οικονομικά μόνος μου, ώστε να ανεξαρτητοποιηθώ πλήρως και να έχω δικό μου σπίτι; Θα κάνω μεταπτυχιακό; Και, αν ναι, σε ποιο κλάδο; Τι ακριβώς μου αρέσει; Τι θέλω; Σε ποια πτυχή να επικεντρωθώ; Να είναι σύμφωνο με τις προπτυχιακές μου σπουδές ή να αλλάξω κλάδο; Μήπως να πάρω δεύτερο πτυχίο; Και να προχωρήσω με τις σπουδές μου, σε ποιο μέρος, Ελλάδα ή εξωτερικό; Σε ποιό πανεπιστήμιο; Θα γίνω δεκτός; Θα γίνω αποδεκτός; Θα μπορέσω να προσαρμοστώ; Για πόσο καιρό θα με συντηρούν οι δικοί μου; Πώς θα πατήσω στα πόδια μου; Θα έχει νόημα; Τι έχει νόημα..; Τέτοια ερωτήματα κι άλλα πολλά μπορεί να ταλανίζουν έναν νέο του 2017, να τον γεμίζουν με αγωνία και να τον ρίχνουν πολλές φορές σε ένα υπαρξιακό αδιέξοδο.

Είναι γεγονός ότι ανέκαθεν ο άνθρωπος προσπαθεί να ξεφύγει από τη ρευστότητα και την αβεβαιότητα που του προκαλεί άγχος. Άγχος για το άγνωστο που ανοίγεται εμπρός του. Όμως, αυτή ακριβώς η ρευστότητα είναι που φέρνει την αλλαγή, τη μετάβαση, τη μεταμόρφωση, την εξέλιξη και την πρόοδο. Τι θα ήταν άλλωστε ένας άνθρωπος στάσιμος, κολλημένος σε ένα επίπεδο, ένας άνθρωπος αθάνατος; Ποια θα ήταν η γοητεία της κατοχής της απόλυτης γνώσης και όχι της όλης περιπέτειας της εξερεύνησης, του ταξιδιού προς την ανακάλυψη αυτής, προς την προσπάθεια κατάκτησης μερών της – αν εν τέλει υπάρχει κάτι τέτοιο;  Άλλωστε, δεν είναι τυχαία η τόσο εύστοχη και κλασσική φράση του Ηράκλειτου “τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει”. Αυτή η κατάσταση της αστάθειας είναι μια πυροδότηση για αγώνα και προσπάθεια, όχι για παραίτηση και φυγή.

Οι σύγχρονοι φοιτητές βιώνουν μια εκπληκτικά στρεσογόνο περίοδο στη ζωή τους και αυτό μάλιστα επιβεβαιώνεται μέσα από ψυχολογικές έρευνες που καταδεικνύουν ότι ενήλικες που δεν έχουν πολλά επίπονα προβλήματα υγείας, αναφέρουν υψηλότερα επίπεδα θετικών σκέψεων και γενικότερα του «Εὖ ζῆν» σε σχέση με τους νεαρούς ενήλικες (H.L. Urry & J.J. Gross (2010). Emotion regulation  in older age. Current Directions in Psychological Science, 19(6), 352-357). Η κατάσταση, συνεπώς, είναι αρκετά σοβαρή για να μένει στην άκρη και να παραμελείται. Είναι γεγονός πως οι μεγάλοι έφηβοι -μεγαλύτεροι από ότι ποτέ άλλοτε στην ιστορία-, αυτοί οι νεοεισαχθέντες στην ενήλικη ζωή άνθρωποι αντιμετωπίζουν πολλές δυσκολίες, οι οποίες όμως πολλές φορές αναφέρονται σε αυτή την εγγενή ανάγκη του ατόμου για εσωτερική ασφάλεια και σταθερότητα. Θέλουν έτσι να αποφύγουν οτιδήποτε ασταθές και ευμετάβλητο, γεγονός φυσικά αδύνατο. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε ούτε τι θα κάνουμε ή τι θα γίνει στο μέλλον, ούτε τι θα κάνουν οι άλλοι. Η ρευστότητα οπότε έχει να κάνει τόσο με εμάς τους ίδιους όσο και με όλους τους άλλους. Είναι ανώφελο, λοιπόν, να χαραμίζεται η χαρά της νεότητας σε τέτοιου είδους άγχη και αγωνίες. Ότι είναι να έρθει θα έρθει, και αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε την κατάσταση, τουλάχιστον μπορούμε να αλλάξουμε την οπτική μας!

“Σας ικετεύω να έχετε υπομονή με ό,τι άλυτο έχετε στην καρδιά σας και να προσπαθήσετε να αγαπήσετε τα ίδια σας τα ερωτήματα, σα νά ‘ταν κλειστά δωμάτια ή βιβλία γραμμένα σε ξένη, άγνωστη γλώσσα. Μη γυρεύετε, για την ώρα, να πάρετε απαντήσεις, που δε γίνεται να σας δοθούν, γιατί δε θα μπορούσατε να τις εφαρμόσετε, να τις «ζήσετε». Κι αυτό είναι που έχει σημασία: να ζείτε το κάθε τι. Για την ώρα, να ζείτε τα ερωτήματά σας. Κι ίσως έτσι, μπορέσετε να φτάσετε, μια μακρινή μέρα, χωρίς καν να το νιώσετε, να ζήσετε την απόκριση.” Rainer Maria Rilke, Γράμματα σε έναν νέο ποιητή (μέρος 4ο)