Ένα μέλλον στη σκιά του παρελθόντος

Άρτεμις  Γιαννακοπούλου

«Μην αφήσεις το χθες να ξοδέψει πάρα πολύ από το σήμερα.»

Will Rogers, 1879-1935, Αμερικανός ηθοποιός

Ως παραδόσεις, ορίζονται τα καθιερωμένα ήθη και έθιμα, οι ηθικές αντιλήψεις, συνήθειες και αξίες που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά κάθε λαού. Η μεταβίβαση και η συνέχιση των άγραφων αυτών παραδόσεων, συμβάλει, σε βάθος χρόνου, στην εδραίωση του κάθε λαού, που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους, με την ταυτότητα και την μοναδική ιστορία του.

Η έννοια της παράδοσης, εν συνεπεία, αποτελεί την γέφυρα που ενώνει τον αόριστο με τον ενεστώτα και είναι εκείνη που διατηρεί τους απαραίτητους δεσμούς με το παρελθόν, επιτρέποντας στον άνθρωπο του σήμερα να γνωρίσει και να κατανοήσει τις συνήθειες, τις αρχές, τον τρόπο ζωής και τα επιτεύγματα των λαών και των κοινωνιών που φιλοξενήθηκαν στον τόπο αυτό, χιλιάδες χρόνια πριν από αυτόν.

Ζώντας στο σήμερα, σε ένα παρόν που τρέχει με τόσο γρήγορους ρυθμούς ώστε πριν το καταλάβουμε ανήκει πλέον και αυτό στη σφαίρα του εγγύς παρελθόντος, το μακρινό παρελθόν και η ιστορία που κουβαλά, μετατοπίζεται ακόμη πιο πίσω στη γραμμή του χρόνου. Εμείς και το παρελθόν μας, θεωρητικά, απομακρυνόμαστε μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολύ.  Εμείς και το παρελθόν μας όμως, ίσως κάποιες φορές βρισκόμαστε τόσο κοντά, που το παρελθόν αυτό γίνεται μέρος του παρόντος πάνω στο οποίο οι νέες γενιές χτίζουν το μέλλον που ανήκει στο αύριο, το μεθαύριο…

Περπατώντας στο κέντρο της Αθήνας, ταξιδεύοντας σε μέρη της Ελλάδας, διαβάζοντας ένα ιστορικό βιβλίο ή περνώντας μια μέρα σε ένα αρχαιολογικό μουσείο, το χθες ξεπροβάλλει μπροστά μας, γεννώντας συναισθήματα δέους, συγκίνησης και έπαρσης, τόσο σε εμάς τους Έλληνες, όσο και στα εκατομμύρια των τουριστών που στέκονται άναυδοι μπροστά στα μεγαλειώδη επιτεύγματα της ελληνικής ιστορίας και της παράδοσης.

Αυτή η ελληνική ιστορία και εκείνη η ελληνική παράδοση…  Εμείς και η κληρονομιά που κουβαλάμε στις πλάτες μας και μετασχηματίζεται σε ένα ψυχολογικό, ηθικό και πνευματικό βαρίδι που κάνει τον Έλληνα παθητικό αποδέκτη της παράδοσης, ο οποίος επαναπαυόμενος στο παρελθόν, αυτοπροσδιορίζεται ως ανίκανος να διαχειριστεί το ίδιο του το παρελθόν και να χτίσει το μέλλον του.  Το γεγονός αυτό είναι απόρροια της ανίκητης συνήθειας του Έλληνα να εκλαμβάνει όλα αυτά τα σπουδαία και ένδοξα επιτεύγματα των προγόνων, ως κτήματά του και ως το δικό του μεγαλείο, που όμοιό του δεν υπάρχει στον κόσμο. Ο Έλληνας λοιπόν είναι ο λαός που κρατά τον θησαυρό αυτό σαν πουγκί με λίρες στον κόρφο του, και παραδόξως, ακόμη κι αν δεν του δίνει την δέουσα αξία και σημασία, δείχνει τα δόντια του όταν δει αυτό που θεωρεί ως εξωτερικό του περιβάλλον, να το απειλεί. Αγκιστρώνεται στον θησαυρό του παρελθόντος του, προσκολλάται στις παραδόσεις του και  κυρίως τρέμει μπροστά στο άκουσμα της έκφρασης «Οι αρχαίοι Έλληνες μεγαλούργησαν, εσείς οι σύγχρονοι δεν έχετε να επιδείξετε τίποτα που να αξίζει να γραφτεί με χρυσά γράμματα στην ιστορία ». Τρέμει γιατί η κληρονομιά αυτή, έχει γίνει εν τέλει  υπερβολική προσκόλληση και έπαρση για τους προγόνους, υποτιμώντας ταυτόχρονα το παρόν.

Ο Έλληνας πάσχει από προγονολατρεία, αντιμετωπίζει το παρελθόν ως μια ουτοπική περίοδο κατά την οποία άνθιζαν οι τέχνες και τα γράμματα, με προσωπικότητες οι οποίες βασισμένες στη γνώση της εποχής, έχτισαν ό,τι εμείς απολαμβάνουμε και εκθειάζουμε σήμερα. Υπό τη σκιά της προγονοπληξίας από την οποία νοσεί, εξιδανικεύει αδιακρίτως, κρατώντας αποσπασματικά κομμάτια της παράδοσης και των εθίμων, κομμένα και ραμμένα  στα μέτρα του «κάποτε», τα οποία αδυνατούν πολλές φορές να εγκλιματιστούν στο «τώρα». Με το να αντιμετωπίζεται το παρελθόν, και όσα αυτό κουβαλάει, ως μια ιδανική χρονολογική περίοδος, εγκυμονεί ο κίνδυνος να διατηρηθούν παρωχημένες απόψεις και ιδέες από τις μεγαλύτερες ηλικιακά ομάδες, και εν συνεχεία, να υιοθετηθούν από τις νέες γενιές, γεννώντας μία χώρα μόνο με «παλιά μυαλά».

Πλημμυρισμένος από μια ιδεολογικοποιημένη αντίληψη, μιλά για «ανθέλληνες» και «προδότες της ιστορίας», λησμονώντας πως  ένας άνθρωπος μορφωμένος και γνώστης της ιστορίας και της παρά- ιστορίας, σέβεται και θαυμάζει τα επιτεύγματα, όχι μόνο του δικού του παρελθόντος, αλλά και των άλλων χωρών και λαών. Εξάλλου, αναρίθμητοι λαοί, από εκείνους που τοποθετούμε εμείς, σε κατώτερο από εμάς σκαλί, στην σκάλα του πολιτισμού, ανέδειξαν, προστάτευσαν και συνεχίζουν να εκθειάζουν τον δικό μας πλούτο, πληρώνοντας μάλιστα αδρά για να τον επισκεφθούν, θεωρώντας τον εμπειρία ζωής.

Η πρόσφατη ιστορία έχει καταδείξει πως στα σπάργανα της εκτεταμένης  προγονολατρείας έχουν εκκολαφθεί τα φαινόμενα του ρατσισμού, του εθνικισμού,  της ξενοφοβίας και της αναίτιας αίσθησης υπεροχής απέναντι σε όλους τους υπόλοιπους λαούς. Η νέα γενιά παλεύει να εξομαλύνει αυτό το χάσμα γενεών και αντιλήψεων, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στη λάθος αντίληψη για το παρελθόν, και την ανάγκη για βήματα εκσυγχρονισμού και κοινωνικό- ιδεολογικής ανάπτυξης. Πασχίζει να παλέψει εναντίον μιας ακούσιας περιθωριοποίησης  από τους «αλλότριους το» οι οποίοι προοδεύουν και κατανοούν πλήρως την πραγματική σημασία του παρελθόντος και την ένταξή του στο παρόν και το μέλλον. Προσπαθεί να δημιουργήσει ένα μέλλον που προχωρά  μπροστά, αξιοποιώντας τις αξίες, τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα του παρελθόντος του, σε έναν κόσμο που αλλάζει με πυξίδα το «εμπρός» και όχι το «πίσω».

Ζητούμενο της γενιάς μας και των γενεών που θα έρθουν μετά από εμάς είναι η συνέχιση αυτής της προσπάθειας για εξισορρόπηση μεταξύ του νέου και του παλιού, μεταξύ του εκσυγχρονισμού και της διατήρησης μιας στερεής επαφής με τις παραδόσεις και τις διαχρονικές αξίες του παρελθόντος. Η επίτευξη αυτού του ζητούμενου είναι αυτή που θα  επιφέρει και την εξαφάνιση του φαινομένου της προγονοπληξίας από την οποία μαστίζεται η Ελληνική κοινωνία, μια κοινωνία που δεν διδάχθηκε, δεν προσαρμόστηκε, παρά μόνο έκλεισε τα μάτια και επαναπαύτηκε στο ότι «Εμείς χτίσαμε ολόκληρο Παρθενώνα».