Μήδεια του Ευριπίδη: μία αναλυτική προσέγγιση

της Ηρώς Σιδέρη

«Δύο φορές βάρβαρη η Μήδεια, από καταγωγή και από έρωτα» γράφει στον πρόλογο της μετάφρασής του ο Γιώργος Χειμωνάς. Από καταγωγή, καθώς βρέθηκε ερωτική μετανάστρια στην Ελλάδα για χάρη του Ιάσονα, και από έρωτα γιατί μέσα από την ιστορία της »πέθαναν» από έρωτα πολλοί άνθρωποι.

Η Μήδεια του Ευριπίδη δεν είναι ίδια με αυτή του Μύθου. Η Μήδεια του Μύθου δε σκότωσε τα παιδιά της, έκοψε κομματάκια τον αδελφό της και τον σκόρπισε στη θάλασσα, αργότερα έβαλε τις κόρες του Πελία να σκοτώσουν τον πατέρα τους, αλλά τα παιδιά της όχι, δεν τα σκότωσε. Ούτε η Μήδεια του Πινδάρου σκότωσε τα παιδιά της. Αγάπησε τον Ιάσονα και τον βοήθησε με τα μαγικά της να κλέψει το χρυσόμαλλο δέρας. Ούτε η Μήδεια του Απολλώνιου του Ρόδιου μετά από εντολή της Αφροδίτης, ο Έρωτας σημάδεψε την καρδιά της κι αγάπησε παράφορα τον Ιάσονα με τον οποίο, μετά από πολλές περιπέτειες, κατέληξαν στην Αίγινα.

Πέρα της Μήδειας του Ευριπίδη, μόνο εκείνη του Εύμηλου, ενός Κορίνθιου ποιητή του 8ου αιώνα π. Χ. , σκότωσε τα παιδιά της, και αυτή η περίπτωση πάλι δεν ήταν τόσο τραγική όσο αυτή του Ευριπίδη. Σε αυτήν ο Εύμηλος φαντάστηκε τη Μήδεια να προσπαθεί να κάνει τα παιδιά της αθάνατα και να τα σκοτώνει στην προσπάθειά της αυτή. Η εκδοχή αυτή διεσώθη από τον Παυσανία στα Κορινθιακά του. Ο Παρμενίσκος στη συνέχεια προτίμησε μια άλλη εκδοχή της: η Μήδεια δε σκότωσε τα παιδιά της, της τα σκότωσαν Κορίνθιες γυναίκες στο ναό της Ήρας.

Ωστόσο, τον καιρό που ο Ευριπίδης έφτιαχνε τη δική του Μήδεια, στην Αθήνα επικρατούσε η εκδοχή του Κρεώφυλου: η Μήδεια σκότωσε τον βασιλιά της Κορίνθου και οι Κορίνθιοι -έχει σημασία αυτό- για εκδίκηση σκότωσαν τα παιδιά της και διέδωσαν ότι φονιάς ήταν η μάνα τους. Επομένως για τους Αθηναίους, η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της, οι Κορίνθιοι το έκαναν, οι εχθροί των Αθηναίων -βρισκόμαστε στα 431 π. Χ., τη χρονιά που ξεσπάει ο Πελοποννησιακός πόλεμος, και η Κόρινθος είναι σύμμαχος της μισητής Σπάρτης-, και μάλιστα οι Κορίνθιοι φόρτωσαν το έγκλημα στη Μήδεια.

“Άλυτο πρόβλημα” θεωρείται για τους μελετητές το ποιος σκέφτηκε πρώτος τη Μήδεια παιδοκτόνα. Αλλά μιας και ο Ευριπίδης ήθελε τη Μήδεια φόνισσα, ας δούμε τη δικιά του εκδοχή. Η Μήδεια ζει στην Κόρινθο με τον Ιάσονα. Έχουν κάνει δύο παιδιά χωρίς όμως να παντρευτούν, γιατί εκείνος δεν μπορεί να την παντρευτεί, γιατί δεν είναι Ελληνίδα. Παραβιάζοντας τους όρκους που της είχε δώσει, αποφασίζει να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά της Κορίνθου, του Κρέοντα. Η Μήδεια, ήδη απατημένη και ταπεινωμένη, θα πρέπει κιόλας να φύγει από την Κόρινθο μαζί με τα παιδιά της. Καταφέρνει να κερδίσει διορία μία μέρα να βρει πού θα πάει. Σ’ αυτή τη μία μέρα η Μήδεια θα προλάβει να πραγματοποιήσει το κακούργο σχέδιο της, το οποίο σίγουρα έπλασε στα όρια του πόνου της.

ΜΗΔΕΙΑ: Αχ, τι να κάνω; Δεν έχω κουράγιο,
γυναίκες, των παιδιών τ’ ολόχαρο σαν είδα
βλέμμα. Δεν θα βαστάξω πια. Μακριά μου τώρα
πρώτες μου σκέψεις. Τα παιδιά μου από τη χώρα
μαζί θα πάρω. Ποια η ανάγκη, τον πατέρα
θέλοντας με τη συφορά τους να πικράνω,
διπλό καημό ‘γω να τραβήξω; Λοιπόν όχι.
Μακριά μου πρωτινές βουλές. Τι έπαθα; Θέλω
έτσι ατιμώρητους ν’ αφήσω τους εχθρούς μου
να με περιγελάνε; Πρέπει να τολμήσω
αυτά με θάρρος. Μα πώς λιγοψύχησα έτσι
κι άφησα αδύναμα να ξεστομήσω λόγια.
Μπάτε παιδιά στο σπίτι. Κι όποιος δε βαστάει
να ‘ναι μπροστά την ώρα της θυσίας ας κάνει
μόνος καλά. Στο χέρι μου δε θα δειλιάσω
Μη.
Καρδιά μου, μη ποτέ τολμήσεις τέτοιο πράγμα.
Κακότυχη, λυπήσου τα παιδιά σου κι άστα
να ζήσουν. Κει που θα πας χαρά θα σου δίνουν
σα βρίσκονται μαζί σου ζωντανά. Μα του Άδη
τους κάτου θεούς, που το κακό αντιπληρώνουν
ποτέ αυτό δεν μπορεί να γίνει, τα παιδιά μου
ν’ αφήσω δω απ’ τους εχθρούς να τυραννιούνται.
Ανάγκη τούτα να πεθάνουν. Κι αφού πρέπει,
η ίδια που τα γέννησα θα τα σκοτώσω.
Τέλειωσε. Δεν υπάρχει τρόπος να γλυτώσουν.

Το μέγα κακό που σπαράζει τους ανθρώπους, είναι ένα από τα πολλά που εξυμνεί ο Ευριπίδης στο έργο του. Αιτία όλων των γεγονότων είναι ο έρωτας, από το πιο απλό στο πιο σύνθετο : η Μήδεια έρχεται στην Ελλάδα, γιατί ερωτεύεται τον Ιάσονα. Ο Ιάσονας εγκαταλείπει την αγαπημένη και τα παιδιά του, γιατί ερωτεύεται την κόρη του Κρέοντα. Η Μήδεια υποφέρει που ο Ιάσονας θα πλαγιάζει πλέον με άλλη γυναίκα. Όλα αυτά λοιπόν, οδηγούν στην μανία, την παραφροσύνη και την αγριότητα του τραγικού τέλους του έργου. Ο ποιητής ερωτεύεται τον έρωτα, τον λατρεύει και δε διστάζει να μιλήσει για τη δύναμη του καθ’όλη την έκταση του έργου.

Αν όμως ο έρωτας δεν σου αρκεί, εδώ έρχεται ο Ευριπίδης να μιλήσει για τις προσδοκίες των ανθρώπων και πώς αυτές μπορούν να τον απογοητεύσουν. Από τη μία αυτός που πιστεύει στο δούναι και λαβείν και προσδοκά μια κοινή ζωή και από την άλλη αυτός που αψηφά τις υποσχέσεις του και εγκαταλείπει τα κοινά τους όνειρα για μια νέα αρχή. Ποιος έχει περισσότερο θράσος;

Αυτή την ερώτηση έρχεται να απαντήσει ξεκάθαρα στη συνέχεια του έργου, με τον Ιάσονα να προσπαθεί να δικαιολογηθεί για τις πράξεις του. Βέβαια, το αν τον δικαιολογείς και εσύ, φυσικά έχει να κάνει με την δική σου κοσμοθεωρία. Με τη δική σου κοσμοθεωρία, όμως, καλείσαι να δικαιολογήσεις ή όχι και ένα άλλο κομμάτι του έργου : το έγκλημα-ή καλύτερα, τα εγκλήματα- της Μήδειας. Εγκληματεί, διαπράττει ύβρις, διαπράττει αισχρό αδίκημα. Το κάνει όμως αναίτια; Σε αφήνω να απαντήσεις μόνος σου, να κρίνεις τη δύναμη και την αξιοπρέπεια των πράξεων της. Άλλωστε, διαβάζοντας ή ακούγοντας τα λόγια όλων των πρωταγωνιστών θα φτιάξεις ασυναίσθητα και το δικό σου προφίλ για τον καθένα τους.

Ο Ευριπίδης έκανε για άλλη μια φορά αυτό που είχε στο μυαλό του. Άνοιξε ένα νέο παράθυρο στην τέχνη και στην τραγωδία: συνδύασε μέσα σε ένα μόνο έργο την ευαισθησία της ανθρώπινης ψυχής και τις συγκινήσεις που την διακατέχουν, τόσο τις αγνές όσο και τις άγριες παρεκκλίσεις τους. Δεν είναι τυχαίο που κανείς, πέρα των σχολαστικών μελετητών, δε θυμάται τις Μήδειες που έφυγαν για άλλη χώρα ή αποχωρίστηκαν τα παιδιά τους εξαιτίας ενός πολέμου. Δεν είναι τυχαίο που όλοι θυμόμαστε τη Μήδεια του Ευριπίδη. Τη Μήδεια που σκότωσε τα παιδιά της για χάρη της εκδίκησης.