Ο κόσμος της γυναικείας επιχειρηματικότητας!

της Μαριάντας Ζάβαλη

Μία από τις φράσεις που ακούμε όλο και πιο συχνά τις τελευταίες δεκαετίες στην καθημερινότητά μας είναι ο όρος γυναικεία επιχειρηματικότητα και οτιδήποτε σχετίζεται με αυτήν. Αυτό, βέβαια, δεν αποτελεί την πραγματικότητα μόνο για την Ελλάδα αλλά για τον κόσμο ολόκληρο. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν περισσότερες γυναίκες απ’ ότι άνδρες, στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι γυναίκες επιχειρηματίες αντιπροσωπεύουν μόνο το 1/3 των αυτοαπασχολούμενων. Πολλές φορές, βέβαια, το φαινόμενο αυτό δεν συνιστά παρά αποτέλεσμα της επιλογή τους, καθώς για κάποιες από αυτές η ενασχόληση με τον επιχειρηματικό κόσμο φαντάζει λιγότερο ελκυστική. Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση που οι ίδιες θέλουν να ασχοληθούν με την επιχειρηματικότητα, αλλά συναντούν συνεχώς εμπόδια;

Προτού προχωρήσουμε, ας δούμε λίγο τι θα πει επιχειρηματικότητα, ανεξάρτητα από το εάν το βασικό της υποκείμενο είναι ένας άνδρας ή μία γυναίκα.  Με τον όρο επιχειρηματικότητα, λοιπόν, εννοούμε τη διαδικασία σχεδιασμού, προώθησης και λειτουργίας μιας καινούργιας επιχείρησης, η οποία προσφέρει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες προς αγορά ή ενοικίαση. Παράλληλα, η επιχειρηματικότητα συνίσταται και στην ικανότητα και τη θέληση κάποιου – του εκάστοτε επιχειρηματία – να οργανώσει και να προάγει την επιχείρησή του αναλαμβάνοντας κάθε απαιτούμενο ρίσκο, με σκοπό την αποκόμιση κέρδους.  Αντίστοιχα, ως επιχειρηματίας θεωρείται το άτομο εκείνο που αναλαμβάνει «τα ηνία» της επιχείρησης και την εμπλουτίζει συνεχώς βασιζόμενος στις καινοτόμες ιδέες του. Αυτή ακριβώς η καινοτομία, σε συνδυασμό με την ανάληψη όλων των πιθανών κινδύνων, συνιστά το επιχειρηματικό πνεύμα.

Σε αυτό το πλαίσιο ανάπτυξης των επιχειρήσεων, ο ρόλος και η θέση των γυναικών ποικίλει από χώρα σε χώρα και από ήπειρο σε ήπειρο. Σύμφωνα με πρόσφατες διεθνείς έρευνες, έχει καταγραφεί πως οι γυναίκες που προέρχονται από κράτη με χαμηλό ή μεσαίο κατά κεφαλήν εισόδημα εισέρχονται πιο εύκολα στο επιχειρηματικό γίγνεσθαι σε σχέση με εκείνες των πιο ανεπτυγμένων χωρών, με αποτέλεσμα οι πρώτες να υπερτερούν σε σχέση με τους άνδρες της χώρας τους στο χώρο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Ένας από τους κύριους λόγους στους οποίους οφείλεται το φαινόμενο αυτό αποτελεί το γεγονός ότι στις αναπτυσσόμενες χώρες οι γυναίκες ως επί το πλείστον αναζητούν επιπλέον εργασιακή απασχόληση, προκειμένου να καλύψουν βασικές βιοτικές ανάγκες τους και να συνεισφέρουν όσο το δυνατόν περισσότερα στην οικογένεια τους. Από την άλλη πλευρά, στις θεωρητικά ανεπτυγμένες χώρες, οι επιχειρήσεις ακολουθούν πολιτικές που επιζητούν ένα συγκεκριμένο πορτρέτο επιχειρηματία, αυτό του αδίστακτου, σταθερά ισχυρογνώμονα και συναισθηματικά ακέραιου ηγέτη, χαρακτηριστικά που από πολλούς εδώ και χρόνια θεωρείται ότι δεν ταιριάζουν και τόσο με τη γυναικεία φύση.

Στην ελληνική πραγματικότητα, η θέση της γυναίκας στον τομέα της επιχειρηματικότητας δεν είχε προωθηθεί μέχρι πρόσφατα. Οι ελληνικές επιχειρήσεις στόχευαν ανέκαθεν στην ταχύτατη βραχυπρόθεσμη αύξηση των εσόδων τους χωρίς να έχουν μελετήσει ιδιαιτέρως τα χαρακτηριστικά που αυτές πρέπει να διαθέτουν και ακόμη, χωρίς να έχουν λάβει υπόψη τους τον παράγοντα του φύλου, μιας και ήταν δεδομένο πως μόνο ένας άνδρας μπορεί να βρίσκεται «στο τιμόνι» της όποιας επιχείρησης. Με την πάροδο, ωστόσο, του χρόνου, τη χειραφέτηση των γυναικών, τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας και την ελεύθερη και απεριόριστη πρόσβαση όλων στη γνώση, οι γυναίκες  συμμετέχουν ενεργά στις επιχειρήσεις από τα πρώτα στάδια ίδρυσής τους μάλιστα. Έχει ήδη αποδειχθεί πως στην πλειονότητά τους οι γυναίκες καταφέρνουν να αναπτύξουν μια επιχείρηση, να την προωθήσουν και να την  διατηρήσουν ακμαία μακροπρόθεσμα χάρη στην στρατηγική που ακολουθούν και στην υπομονή που διαθέτουν. 

Παρά τη δυναμική και σταθερή παρουσία τους στον επιχειρηματικό κόσμο, όμως, οι γυναίκες επιχειρηματίες αντιμετωπίζουν ακόμη και σήμερα ποικίλες προκλήσεις. Έρχονται αντιμέτωπες με εμπόδια που καθυστερούν σε κάθε περίπτωση την ισότιμη μεταχείριση ανδρών – γυναικών σε αυτό τον τομέα. Πιο συγκεκριμένα, μία από τις βασικότερες προκλήσεις αποτελούν οι παραδοσιακές κοινωνικές αντιλήψεις αναφορικά με τη θέση των γυναικών και τους ρόλους των φύλων σε διάφορα επίπεδα της καθημερινότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιχειρηματικότητα ακόμη θεωρείται βασικό πεδίο δράσης και κυριαρχίας των ανδρών. Και αυτό, γιατί κυριαρχεί ακόμη η εικόνα της γυναίκας – μητέρας που είναι στενά συνυφασμένη με τον θεσμό της οικογένειας.

Παράλληλα, ένα από τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες ήδη από το πρώτο στάδιο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας αποτελεί το γεγονός ότι – σύμφωνα με σχετικές έρευνες – αυτές διαθέτουν μικρότερα κεφάλαια σε σχέση με τους άνδρες. Αυτό σημαίνει ότι σε μία δεδομένη επιχειρηματική ευκαιρία και ανάμεσα σε δύο άτομα εξίσου ικανά και με τα απαιτούμενα γι’ αυτήν προσόντα, η γυναίκα θα πρέπει να εξασφαλίσει επιπρόσθετες πηγές εσόδων σε σχέση με τον άνδρα, ακριβώς γιατί οι γυναίκες διαθέτουν ποσοτικά μικρότερα κεφάλαια παγκοσμίως.

Γίνεται, συνεπώς, αντιληπτό πως η γυναικεία δημιουργικότητα και η επιχειρηματική προοπτική γι’ αυτές – όσες προσπάθειες κι αν έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια – παραμένει ακόμη μία σχετικά ανεκμετάλλευτη πηγή οικονομικής ανάπτυξης και προόδου, που πρέπει να επεκταθεί και να εξελιχθεί ποσοτικά και ποιοτικά, προκειμένου να αυξηθούν και τα επίπεδα του υγιούς ανταγωνισμού της κοινωνίας. Μέσω, λοιπόν, της σωστής εκπαίδευσης, ήδη από τις μικρές ηλικίες, καθώς και με το απαιτούμενο νομοθετικό πλαίσιο, δύναται να ενισχυθεί ο ρόλος τον γυναικών στον επιχειρηματικό κόσμο.

Εάν η κοινωνία μας θέλει να αναπτυχθεί και να ευημερήσει στο σύνολο της, ο τομέας της επιχειρηματικότητας οφείλει να κρατά τις πόρτες του ανοιχτές σε όλους, άνδρες και γυναίκες!